Γράφει ο Κώστας Παπαπαναγιώτου
* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.
Στις μέρες μας γίνεται όλο και περισσότερο λόγος για τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς που τείνουν να καταργηθούν, αν δεν είναι ήδη ανύπαρκτες.
Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτή την προσέγγιση, όχι τόσο γιατί έχουν πράγματι ξεπεραστεί- πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν συνεχίζουν να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί;
-, όσο γιατί υπάρχει μια οριζόντια γραμμή που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και το διαχωρίζει σε δύο υποσύνολα εντελώς ξένα μεταξύ τους.Το ερώτημα είναι, αν το συγκεκριμένο κόμμα, σχηματισμός, πολιτικός ή άλλος παράγοντας, στηρίζει την ελίτ ή το λαό. Στηρίζει, δηλαδή, το 5%-7% πλουσίων και πολύ πλουσίων Ελλήνων, ή όλους εμάς τους υπόλοιπους;
Το πού τοποθετείται κανείς σε σχέση με τη διαχωριστική αυτή γραμμή προκύπτει από την απάντηση σε δύο απλές υποθετικές ερωτήσεις:
α. Είστε της θεωρίας ή της πράξης;
Στο χώρο της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ ως σύνολο, επέλεξε να είναι η Αριστερά της πράξης, εξ’ ου και πέτυχε να κερδίσει τις εκλογές και να δοκιμαστεί στις σκληρές συνθήκες ενός διμέτωπου αγώνα, εναντίον των ξένων δανειστών αλλά και της ντόπιας ελίτ με τα πολιτικά και μηντιακά της εργαλεία. Τούτο δεν σημαίνει ότι ασπάζονται αυτή την θέση όλοι. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς βουλευτές και στελέχη του που θα προτιμούσαν να βρίσκονται ήρεμοι και ασφαλείς στα έδρανα της αντιπολίτευσης. Το ΚΚΕ, αντίθετα, είναι ταγμένο καθαρά στη θεωρία. Στο χώρο της Δεξιάς και του Κέντρου όλα τα κόμματα στοχεύουν στην εξουσία. Αν ένα κόμμα είναι της θεωρίας τότε δεν έχει κάτι να προσφέρει σήμερα, κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να λύσει, μόνο να φορτώσει με λίγη περισσότερη γκρίνια την ήδη υπερφορτωμένη μας καθημερινότητα. Περνάμε τώρα στην δεύτερη και πιο κρίσιμη ερώτηση:
β. Έχετε καλή σχέση με τα κανάλια της διαπλοκής και τους ολιγάρχες;
Αν η απάντηση είναι θετική τότε ο πολιτικός αυτός εργάζεται για την ελίτ, είτε ως συνειδητός σύμμαχός της, είτε ως αφελές θύμα της. Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να διατυπωθεί η παραπάνω ερώτηση και ποικίλοι τρόποι απάντησης. Όμως, η αλήθεια δεν μπορεί να συγκαλυφθεί.
Ή βγαίνεις στα παράθυρα συχνά και σε βλέπουμε ή όχι. Ή οι θέσεις σου είναι αρεστές στα κανάλια και παρουσιάζονται σαν κοινός τόπος (π.χ. έξοδος από το ευρώ = κόλαση) ή όχι. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δίνει μάχες εναντίον της διαπλοκής μέσα στα κανάλια της. Αυτό όμως δεν μπορεί παρά να έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα και να είναι απόφαση συλλογικών οργάνων και όχι ατομική υπόθεση. Όμως το σκηνικό είναι τέτοιο, η μεροληψία των ομιλουσών κεφαλών (άλλη τρέμει, άλλη στάει, άλλη φέρει την υποκρισία ως επώνυμο, όμως όλες αποτελούν κλώνους του ίδιου προτύπου) είναι τέτοια που κάθε προσπάθεια καθίσταται μάταιη. Τυπικά, ο ερωτών, ή συντονιστής της συζήτησης τοποθετείται στο κέντρο, στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ δύο «αντιπάλων».
Η μετατόπιση όμως του κέντρου αυτού υπέρ των συμφερόντων του καναλάρχη/κρατικοδίαιτου επιχειρηματία, καθορίζει και το αποτέλεσμα. Ο αντιφρονών είναι χαμένος, ακόμα και αν κερδίσει τις εντυπώσεις σε μια συγκεκριμένη τηλεοπτική μάχη: Αυτή επιτρέπει στο κανάλι να αποκτήσει έναν φερετζέ αντικειμενικότητας που θα τον εκμεταλλευτεί για να δικαιολογήσει τις επερχόμενες νίκες του έναντι άλλων αντιφρονούντων.
Η σημερινή συγκυβέρνηση, με όλο τον ερασιτεχνισμό που μπορεί να επέδειξε ως σήμερα, είναι σαφέστατα ταγμένη υπέρ της πράξης και κατά διαπλοκής. Άρα είναι χρήσιμη στη βάση και όχι στην κορυφή της πυραμίδας. Μεμονωμένα πρόσωπα διαφοροποιούνται, αλλά το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί, όσο στο γεγονός ότι δεν έχει αντιληφθεί τη δύναμή της ώστε να προχωρήσει στην άμεση απόσυρση όλων των εκπροσώπων της από τα κανάλια και να συγκρουστεί χωρίς έλεος με την ολιγαρχία.
Εμείς, οι πολίτες αυτής της χώρας που γινόμαστε δικαιολογημένα όλο και πιο καχύποπτοι μέρα με τη μέρα, μπορούμε να θέσουμε υποθετικά αυτές τις ερωτήσεις και από τις απαντήσεις να κρίνουμε ποιος στηρίζει τα συμφέροντά μας και ποιος όχι. Οι άνθρωποι κρίνονται από τις πράξεις τους- τα λόγια ήταν πάντα εύκολα.
Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτή την προσέγγιση, όχι τόσο γιατί έχουν πράγματι ξεπεραστεί- πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν συνεχίζουν να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί;
-, όσο γιατί υπάρχει μια οριζόντια γραμμή που διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και το διαχωρίζει σε δύο υποσύνολα εντελώς ξένα μεταξύ τους.Το ερώτημα είναι, αν το συγκεκριμένο κόμμα, σχηματισμός, πολιτικός ή άλλος παράγοντας, στηρίζει την ελίτ ή το λαό. Στηρίζει, δηλαδή, το 5%-7% πλουσίων και πολύ πλουσίων Ελλήνων, ή όλους εμάς τους υπόλοιπους;
Το πού τοποθετείται κανείς σε σχέση με τη διαχωριστική αυτή γραμμή προκύπτει από την απάντηση σε δύο απλές υποθετικές ερωτήσεις:
α. Είστε της θεωρίας ή της πράξης;
Στο χώρο της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ ως σύνολο, επέλεξε να είναι η Αριστερά της πράξης, εξ’ ου και πέτυχε να κερδίσει τις εκλογές και να δοκιμαστεί στις σκληρές συνθήκες ενός διμέτωπου αγώνα, εναντίον των ξένων δανειστών αλλά και της ντόπιας ελίτ με τα πολιτικά και μηντιακά της εργαλεία. Τούτο δεν σημαίνει ότι ασπάζονται αυτή την θέση όλοι. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς βουλευτές και στελέχη του που θα προτιμούσαν να βρίσκονται ήρεμοι και ασφαλείς στα έδρανα της αντιπολίτευσης. Το ΚΚΕ, αντίθετα, είναι ταγμένο καθαρά στη θεωρία. Στο χώρο της Δεξιάς και του Κέντρου όλα τα κόμματα στοχεύουν στην εξουσία. Αν ένα κόμμα είναι της θεωρίας τότε δεν έχει κάτι να προσφέρει σήμερα, κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να λύσει, μόνο να φορτώσει με λίγη περισσότερη γκρίνια την ήδη υπερφορτωμένη μας καθημερινότητα. Περνάμε τώρα στην δεύτερη και πιο κρίσιμη ερώτηση:
β. Έχετε καλή σχέση με τα κανάλια της διαπλοκής και τους ολιγάρχες;
Αν η απάντηση είναι θετική τότε ο πολιτικός αυτός εργάζεται για την ελίτ, είτε ως συνειδητός σύμμαχός της, είτε ως αφελές θύμα της. Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να διατυπωθεί η παραπάνω ερώτηση και ποικίλοι τρόποι απάντησης. Όμως, η αλήθεια δεν μπορεί να συγκαλυφθεί.
Ή βγαίνεις στα παράθυρα συχνά και σε βλέπουμε ή όχι. Ή οι θέσεις σου είναι αρεστές στα κανάλια και παρουσιάζονται σαν κοινός τόπος (π.χ. έξοδος από το ευρώ = κόλαση) ή όχι. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι δίνει μάχες εναντίον της διαπλοκής μέσα στα κανάλια της. Αυτό όμως δεν μπορεί παρά να έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα και να είναι απόφαση συλλογικών οργάνων και όχι ατομική υπόθεση. Όμως το σκηνικό είναι τέτοιο, η μεροληψία των ομιλουσών κεφαλών (άλλη τρέμει, άλλη στάει, άλλη φέρει την υποκρισία ως επώνυμο, όμως όλες αποτελούν κλώνους του ίδιου προτύπου) είναι τέτοια που κάθε προσπάθεια καθίσταται μάταιη. Τυπικά, ο ερωτών, ή συντονιστής της συζήτησης τοποθετείται στο κέντρο, στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ δύο «αντιπάλων».
Η μετατόπιση όμως του κέντρου αυτού υπέρ των συμφερόντων του καναλάρχη/κρατικοδίαιτου επιχειρηματία, καθορίζει και το αποτέλεσμα. Ο αντιφρονών είναι χαμένος, ακόμα και αν κερδίσει τις εντυπώσεις σε μια συγκεκριμένη τηλεοπτική μάχη: Αυτή επιτρέπει στο κανάλι να αποκτήσει έναν φερετζέ αντικειμενικότητας που θα τον εκμεταλλευτεί για να δικαιολογήσει τις επερχόμενες νίκες του έναντι άλλων αντιφρονούντων.
Η σημερινή συγκυβέρνηση, με όλο τον ερασιτεχνισμό που μπορεί να επέδειξε ως σήμερα, είναι σαφέστατα ταγμένη υπέρ της πράξης και κατά διαπλοκής. Άρα είναι χρήσιμη στη βάση και όχι στην κορυφή της πυραμίδας. Μεμονωμένα πρόσωπα διαφοροποιούνται, αλλά το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί, όσο στο γεγονός ότι δεν έχει αντιληφθεί τη δύναμή της ώστε να προχωρήσει στην άμεση απόσυρση όλων των εκπροσώπων της από τα κανάλια και να συγκρουστεί χωρίς έλεος με την ολιγαρχία.
Εμείς, οι πολίτες αυτής της χώρας που γινόμαστε δικαιολογημένα όλο και πιο καχύποπτοι μέρα με τη μέρα, μπορούμε να θέσουμε υποθετικά αυτές τις ερωτήσεις και από τις απαντήσεις να κρίνουμε ποιος στηρίζει τα συμφέροντά μας και ποιος όχι. Οι άνθρωποι κρίνονται από τις πράξεις τους- τα λόγια ήταν πάντα εύκολα.
* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.





0 Σχόλια