FeaturedPost Slider Top

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Τι πραγματικά σημαίνει η "στροφή" Τραμπ προς την Τουρκία;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τερζής

Ο Ντόναλντ Τραμπ, με την εκλογή του στην θέση του προέδρου των ΗΠΑ, κατόρθωσε να «σπάσει το κατεστημένο», την ισχύουσα τάξη πραγμάτων τόσο εντός όσο και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Ο φόβος αντιμετώπισης του άγνωστου, η καχυποψία στην δύναμη του ανδρός που στηρίχθηκε στα εγκληματικά λάθη του ίδιου του αμερικανικού (και διεθνούς) συστήματος ήταν κάποιοι από τους σοβαρούς παράγοντες που τον οδήγησαν στη θέση του «πλανητάρχη».

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο κ. Τραμπ κατόρθωσε να «διαλύσει» και τη γνωστή παροιμία «μέγα θαύμα τρεις ημέρες», αφού χρειάστηκαν λίγες μόνο ώρες μετά την εκλογή του, για να μεταβάλει τα συναισθήματα χαράς όλων εκείνων που είδαν στο πρόσωπό του τον ηγέτη που με την (πραγματική) λαϊκή στήριξη θα αλλάξει τα πράγματα. Έτσι, ο αντιπρόεδρος του κ. Τραμπ, Μάικ Πενς, φέρεται να δήλωσε σε τουρκική εφημερίδα πως η Άγκυρα είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχός τους στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή ο σύμβουλος του Τραμπ σε θέματα ασφαλείας και επικρατέστερος νέος υπουργός Άμυνας, Μάικ Φλιν δηλώνει: «Πρέπει να δούμε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της Τουρκίας και να αναπροσαρμόσουμε την εξωτερική μας πολιτική, ώστε να αναγνωρίσουμε την Τουρκία ως προτεραιότητα».
Ορατά πλέον, τα σημάδια της επαναπροσέγγισης προέρχονται μάλιστα και από τις δύο πλευρές, με τη συμπάθεια στον άξονα Τραμπ – Ερντογάν να διαφαίνεται… αμοιβαία. Μένει να φανεί ποιος ακριβώς θα είναι αντίκτυπος που αυτή η αμερικανοτουρκική επαναπροσέγγιση μπορεί να έχει πάνω στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφού από ότι φαίνεται, δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο στις σκέψεις και τους σχεδιασμούς στο επιτελείο του κ. Τραμπ η διαρροή των wikileaks στην οποία αναφερόταν η χρηματοδότηση της προεκλογικής περιόδου της κυρίας Κλίντον από την Τουρκία.

Αν δεχτούμε ως ισχύουσες τις δηλώσεις αυτές, τότε σαφέστατα πρέπει να αναρωτηθούμε: 
  • Τι συνέβη, λοιπόν, για να υπάρξει αυτή η πολύ δυσάρεστη για την Ελλάδα εξέλιξη; 
  • Πως η Τουρκία κατόρθωσε σε «μηδενικό χρόνο» να «ελέγξει» σε τόσο μεγάλο βαθμό τον στρατηγικό σχεδιασμό στο επιτελείο του κ. Τραμπ;
  • Πως η Ελληνική κυβέρνηση «κατόρθωσε» να βρεθεί ξανά η Ελλάδα σε μειονεκτική έως ιδιαζόντως δυσάρεστη θέση στον τομέα των εθνικών θεμάτων και δη των ελληνοτουρκικών;

Αν και οι εκδοχές που μπορούν να υπάρχουν είναι πολλές, καλό θα ήταν να κατανοήσουμε πως:

Α. Ο κ. Τραμπ ξέρει πολύ καλά από «μπίζνες» και σέβεται όλους τους αντιπάλους – συνομιλητές που έχουν να του προτείνουν κάτι. Τόσο ο κ. Τραμπ, όσο –κυρίως- το επιτελείο του, γνωρίζουν τα συμβαίνοντα στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Ουκρανίας και Ιράν και κατανοούν πως η οποιαδήποτε διάθεσή για παρέμβασή τους δεν μπορεί να διαγράψει την μέχρι σήμερα ισχύουσα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά μπορεί μερικώς να επαναδιαπραγματευθεί όρους και προϋποθέσεις συνεργασίας των ΗΠΑ με άλλες χώρες, με κύριο γνώμονα το συμφέρον των ΗΠΑ. Με την "στροφή" προς την Άγκυρα, το επιτελείο του κ. Τραμπ επιχειρεί ένα πρώτο μήνυμα καλής θέλησης και αναμένει στην ανταποδοτική προσφορά καλής θέλησης εκ μέρους της Τουρκίας του Ταγίπ Ερντογάν, η οποία έχει αναπτύξει αγαστές σχέσεις με τη Μόσχα του Πούτιν. Από την προσφορά της μέχρι τώρα "άτακτης" και εν πολλοίς προβληματικής στις συνεργασίες Τουρκίας, ενδεχομένως θα κριθεί και η ό,ποια προσπάθεια συνέχισης αυτής της προσέγγισης. Πάντως, πέραν της απομάκρυνσης της Άγκυρας από τη Μόσχα, ίσως να είναι ελάχιστα εκείνα που μπορεί να δώσει ο Ταγίπ Ερντογάν στον Ντόναλντ Τραμπ.

Β. Η Τουρκία γνωρίζει να εργάζεται πολυεπίπεδα και σε διάφορους προσανατολισμούς και γνωρίζει την γεωστρατηγική της θέση, την οποία εκμεταλλεύεται για να δημιουργήσει μια –κατά το δυνατόν- ανεξάρτητη γεωπολιτική στρατηγική, έχοντας ως κύρια στόχευση την γεωοικονομία όπως αυτή καταγράφεται στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και από την Ουκρανία έως Μέση Ανατολή και την Βαγδάτη. Επίσης, η Άγκυρα γνωρίζει τους υφιστάμενους για την ίδια κινδύνους που προκύπτουν από τις επικείμενες γεωπολιτικές (και γεωγραφικές) αλλαγές, οι οποίες θα δημιουργήσουν νέο γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό status, ένα Κουρδικό κράτος που θα απειλήσει άμεσα την γεωγραφική ακεραιότητα της Τουρκίας και θα βλάψει σε τεράστιο βαθμό της γεωστρατηγική αξίας της γείτονος, δημιουργώντας της σε μικρό χρονικό διάστημα σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης.
Από ότι φαίνεται, η επίθεση φιλίας που υπογείως και παραλλήλως είχε αναπτύξει η Τουρκία στην αμερικανική προεκλογική περίοδο, απέδωσε -σε πρώτη φάση- όταν ο αντιστράτηγος Μάικλ Φλιν, σύμβουλος του Τραμπ σε θέματα ασφαλείας και πιθανός επόμενος υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, δημοσίευσε άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα «The Hill», με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου και τίτλο «Η σύμμαχός μας Τουρκία είναι σε κρίση και χρειάζεται τη στήριξή μας». Η συνέχεια για την Τουρκία αναμένεται λίαν ενδιαφέρουσα, αφού το "παζάρι" έχει ξεκινήσει και η αντιπροσφορά του Ερντογάν θα καταδείξει και την ό,ποια ανάγκη του να επανασυνδεθεί με το οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου.

Γ. Η Ελλάδα, δυστυχώς, έχει σταθερή πολιτική παρακολούθησης των εξελίξεων, δεν διαθέτει στρατηγικό σχεδιασμό επί των εθνικών της θεμάτων και λειτουργεί αποδεχόμενη αποφάσεις τρίτων χωρίς να εκμεταλλεύεται τους γεωστρατηγικούς, γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς παράγοντες που ισχύουν και που διαφαίνονται στον ορίζοντα, ενώ η πολιτική της ηγεσίας άγεται και φέρεται από τα σύνδρομα της κατωτερότητας και της ιδεοληψίας.
Από τις εξελίξεις αποδεικνύεται πως η ιδεοληπτική της πολιτική ηγεσία, η μονομερής εργασία και έκθεση των διαθέσεών της υπέρ της κυρίας Κλίντον, αλλά και η ηθελημένη άρνηση της πολιτικής της ηγεσίας να κατανοήσει την πραγματικότητα και τις επικείμενες αλλαγές που απέκρυπταν τα αμερικανικά συστημικά ΜΜΕ, έχουν οδηγήσει τη χώρα σε ένα πραγματικά δύσκολο σημείο, αφού είναι επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας -έστω και τώρα- ενός ουσιαστικού διαύλου επικοινωνίας, στον οποίο θα προταχθεί η γεωστρατηγική θέση της χώρας, αλλά και -κυρίως- η υπάρχουσα γεωοικονομία, συνοδευόμενη με ισχυρή θέληση για υπεράσπιση της ίδιας της χώρας.
Η ελληνική κυβέρνηση, δυστυχώς, έχει αποδείξει πως δεν έχει ούτε θέλει να εργαστεί πραγματικά για την δημιουργία μίας πρότασης ουσίας, πρότασης συνεργασίας και αμοιβαίου οφέλους μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας, δηλαδή μιας πρότασης που θα ανοίγει έναν διάλογο για "δουλειές" (μπίζνες), αντί της αναμονής μεταφοράς εντολών προς εκτέλεση.
Επειδή κανένας δεν σέβεται εκείνον που δεν σέβεται και δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του, η Ελλάδα απέναντι στο "φαινόμενο Τραμπ" και στις επικείμενες γεωστρατηγικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες και αλλαγές, οφείλει να ενώσει όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις της στην ομογένεια προκειμένου να συγκεντρώσει το πραγματικό και ουσιαστικό ενδιαφέρον του "πλανητάρχη" Τραμπ.

Μετά από αυτά τα δεδομένα, πρέπει ως χώρα να αντιληφθούμε πως οι ό,ποιες δηλώσεις ανθρώπων του επιτελείου του Τραμπ, αποτελούν στην πραγματικότητα προσκλήσεις ενδιαφέροντος για μια σειρά σοβαρότατων συνομιλιών οι οποίες και θα καθορίσουν το διεθνές γεωπολιτικό μοντέλο που θα ισχύσει για τα επόμενα 100 και πλέον χρόνια. Η Ελλάδα, μέσω της κυβέρνησής της, οφείλει να εργαστεί με τέτοιον τρόπο έτσι ώστε να καταστεί σαφές πως το συμφέρον της Ελλάδας είναι και συμφέρον των ΗΠΑ.
Εάν σε αυτή τη χρονική στιγμή, για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει αμηχανία, διστακτικότητα και ουσιαστικά αδράνεια από την ελληνική πλευρά, τότε μετά βεβαιότητας μπορούμε να θεωρήσουμε πως αυτή η κυβέρνηση είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να κατανοήσει την κρισιμότητα των συμβαινόντων και ως εκ τούτου είναι λίαν επικίνδυνη για την επιβίωση της χώρας σε μεσοπρόθεσμο χρόνο, αφού δεν μπορεί να κατανοήσει τα αυτονόητα και να εκμεταλλευτεί με τον βέλτιστο τρόπο το τεράστιο "οπλοστάσιο" που διαθέτει η χώρα στους τρεις ταυτόσημους, αλληλένδετους και αλληλοεπιδρώντες πυλώνες λειτουργίας και ισχύος του παγκόσμιου συστήματος. Στην γεωστρατηγική, την γεωπολιτική και την γεωοικονομία.

Το δυστύχημα για την Ελλάδα είναι πως όχι μόνο δεν έχει δικό της εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό, αλλά δεν έχει δικό της σχέδιο ούτε για τα όσα αντιμετωπίζει στην καθημερινότητα. Και αυτό είναι αποτέλεσμα της εθελούσιας πολιτικής εξάρτησης του πολιτικού προσωπικού της χώρας από τρίτους, Η αδυναμία ελιγμών, αλλά και η αδυναμία αντίληψης της πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την ανικανότητα παραγωγής πολιτικού λόγου και έργου, συνιστούν παράγοντες επικείμενης σύνθλιψης της χώρας, οι πολίτες της οποίας, εάν δεν αποφασίσουν να απαλλαγούν από τους σύγχρονους εφιάλτες τους, τότε μπορούν πλέον να ελπίζουν μόνο σε κάποιο θαύμα...

ΥΓ: Απίθανο, αλλά αξίζει να τονιστεί, αφού η δήλωση του νέου αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς «Θα επιστρέψουμε το παλιό μεγαλείο της στην Τουρκία», ενδεχομένως να προσεγγίζει την περίπτωση απαλλαγής της Τουρκίας από τον Ερντογάν... Πόσο θετική θα ήταν όμως για την Ελλάδα μια τέτοια εξέλιξη, δηλαδή η επιλογή μεταξύ του κακού και του κάκιστου, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει, αφού κάτι τέτοιο εξαρτάται από την προετοιμασία που έχει γίνει (αν έχει γίνει) από την ελληνική πλευρά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η δήλωση έχει καταγραφεί και είναι καθαρά πολιτική (δηλαδή πολλαπλών μεταφράσεων).


* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.


Δεν υπάρχουν σχόλια :